Πάντα υπήρχε ένα μαλακό κρεβάτι να ξαπλώσει, και το σπίτι αν και για αρκετό καιρό έρημο, ήταν πάντα πιο ζεστό από το δικό του, από εκείνη την σύγχρονη καλύβα, όπως ονόμαζε το σπίτι του παππού, που όμως ο πατέρας του εδώ κι αρκετά χρόνια είχε διαμορφώσει σε ένα μικρό, αλλά σύγχρονο σπιτάκι. Ο Σεπτέμβρης τελείωνε κι ο Δημήτρης θα έπρεπε να παρουσιαστεί στον στρατό, κοίταζε τον ουρανό, η νύχτα αυτή δεν είχε να ζηλέψει τίποτα από τις νύχτες του Αυγούστου, φώναξε στη Λίζα ότι πάει μια βόλτα, και χωρίς να περιμένει να βγει από το σπίτι, για να μην τον ζαλίσει με τις ερωτήσεις της, ξεκίνησε. Τα βήματα του τον φέρανε στο σπίτι της, χαμογέλασε και σκαρφάλωσε στην αυλή.
Με τα πόδια κρεμασμένα έξω από τα κάγκελα χάζευε γύρω του το χωράφι.
-Έλα πάψε να με λες μικρή, με πειράζει. Κοίταξε πρώτα εμένα κι ύστερα το ταβάνι αλλά δε μίλησε. -Έφθασες ως τους μύλους χθες; συνέχισα με τρόπο την ανάκριση μου. -Τους πέρασα τους μύλους; αλλά γιατί ρωτάς συγκεκριμένα για τους μύλους; Ευτυχώς εμφανίστηκε η θεία μου ώστε αποφύγαμε ένα πιθανό δεύτερο καυγά. -Ακόμα ξαπλωμένες είστε, Κατερίνα σήκω αμέσως να στρώσεις το κρεβάτι σου.
-Αχ, άσε με βρε μαμά, δε νιώθω καλά. -Τα πράγματα σου τα έχεις ετοιμάσει; φεύγουμε το απόγευμα. Η Κατερίνα σηκώθηκε κι άνοιξε την πόρτα του δωματίου της. Κοίταξε πέρα κατά τα βουνά και τα μάτια της έλαμψαν. Έμεινε σε αυτή την στάση για λίγο μα ένα σφύριγμα της τράβηξε την προσοχή.
Ο Δημήτρης ήταν κρυμμένος κάτω από το μπαλκόνι της και την κοίταζε σφυρίζοντας της. -Είμαι εδώ να σε περιμένω από τις δέκα και η ώρα κοντεύει μία. Τρεις ολόκληρες ώρες σας περιμένω κυρία μου! -Δεν μπορώ να σου πω τώρα, είμαι περικυκλωμένος, άμα με πιάσουν την έβαψα. Το απόγευμα θα σε περιμένω στους μύλους. Πόσο έρημο ήταν, ως και η γιαγιά έλειπε, το χειμώνα έμενε στην πρωτεύουσα, στα παιδιά της.
Λίγους μήνες αργότερα μετακόμισαν στο χωριό, κοντά στη γιαγιά, έτσι θεώρησε τότε ο πατέρας του σωστό, ότι ήταν αναγκαία η παρουσία μιας γυναίκας στο μεγάλωμα των παιδιών του, άλλωστε αν έμενε στην πόλη, ποιος θα τα πρόσεχε όταν εκείνος έλειπε στη δουλειά. Κι αφού η μάνα τους τα είχε αρνηθεί, η γιαγιά τους θα ήταν πάντα εκεί για εκείνα. Ο πατέρας τους ήταν αγαθός άνθρωπος, όλη του η ζωή ήταν η δουλειά του και το σωστό μεγάλωμα των παιδιών του. Στην αρχή πορευόταν αρκετά καλά η τετραμελής οικογένεια μέχρι που στη ζωή του Αποστόλη μπήκε η Λόπη και τα γκρέμισε όλα. Το Δημήτρη δεν τον ενδιέφερε τόσο για τον πατέρα του, ποτέ του δεν τον είχε εκτιμήσει σαν άνθρωπο, ακόμα και τη μητέρα του δικαιολογούσε που τον είχε παρατήσει, αλλά το ότι το χαρτζιλίκι του είχε μειωθεί αισθητά τον προβλημάτιζε.
Ναι, τη μητέρα του τη δικαιολογούσε που έτρεξε μακριά από τον πατέρα του, άχρηστος άνθρωπος, τι χαΐρι θα μπορούσε να βρει δίπλα του, σκεφτόταν μόνος του, όμως δεν της έδινε δίκιο για το ότι παράτησε και τα παιδιά της. Τόσες μανάδες γίνονται θυσία, αυτή όμως … Ποτέ δε μάθανε νέα της, ποτέ δεν πήγε να τα δει, ούτε ένα γράμμα, ούτε ένα τηλέφωνο, τίποτα, σα να είχε ανοίξει η γη και να την είχε καταπιεί. Ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να τους συναντήσει, να τους μιλήσει, να bet 10 kalyteres stoichimatikes προσπαθήσει να τους εξηγήσει, έστω ας τους έλεγε ψέματα, εκείνος θα την πίστευε, ήθελε να την πιστέψει, του είχε λείψει τόσο η παρουσία της από τη ζωή του. Εν αντιθέσει η Λίζα μισούσε τη μητέρα, σίγουρα είχε την ελπίδα μέσα της ότι ήταν νεκρή, ήταν η μόνη δικαιολογία που της έδινε για την αδιαφορία της. Όταν έγινε το κακό κι ο πατέρας σκότωσε τον αδερφό της μικρής του ερωμένης, ο Δημήτρης είχε την ελπίδα ότι ίσως τότε να παρουσιαζόταν η μητέρα του, ίσως και να ήθελε να μείνει μαζί της, όσο για τη Λίζα, ας έκανε όπως καταλάβαινε, αν δεν ήθελε να τους ακολουθήσει στα κομμάτια, εκείνος θα προσπαθούσε να ζήσει με τη μητέρα κι ίσως και να τα κατάφερναν μαζί καλύτερα απ’ ότι με τον πατέρα.
Καθόταν μόνος του κάτω από τον πλάτανο που τον είχε συντροφέψει σε όλα τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια και περίμενε. Πέρασε ένας μήνας και εκείνη δεν είχε φανεί, οπότε ο Δημήτρης το πήρε απόφαση. «Μπορεί να έχει πεθάνει» σκέφτηκε, «Μακάρι να έχει πεθάνει.» είπε και σκαρφάλωσε στο δέντρο του, σαν αγρίμι. Ο Δημήτρης έμοιαζε στη bet stoixima bonus eggrafis μητέρα του, ψηλός, καστανός, με δύο μαύρα μάτια ίδια κάρβουνα. Μεγαλομανής, όλα είχαν φτιαχτεί για να τα απολαύσει αυτός, και όσο η ζωή του αρνούταν τις απολαύσεις της τόσο εκείνος γινόταν εχθρικός, τίποτα δεν μπορούσε να τον μαλακώσει, να τον κυριεύσει. Κι όμως ολόκληρο το καλοκαίρι είναι τόσο γεμάτος από ζωή αυτός ο τόπος. Ήταν πολλές οι νύχτες που παραφυλούσε αυτά τα σπίτια, από εκείνο το βράδυ του πανηγυριού, καθόταν σε έναν βράχο και τους χάζευε, και πόσο ζήλευε εκείνη την παρέα με τα γέλια της και της φωνές της. Ήταν φορές που είχε τολμήσει να πλησιάσει περισσότερο από το συνηθισμένο μην τυχόν και τη δει. Δεν ήξερε γιατί μα την έφερνε συνέχεια στο μυαλό του. Και να, τώρα που βρισκόταν στο σπίτι της, αλλά εκείνο ήταν έρημο από το θορυβώδη κόσμο του.
Πείραζε τους παππούδες, στρίμωχνε τα κορίτσια, δερνόταν με τα αγόρια. Από μικρός είχε καταλάβει το ταλέντο που είχε στις διαρρήξεις, στην αρχή έμπαινε μέσα στα ξένα σπίτια για γούστο, έσπαγε τις κλειδαριές έκανε μια βόλτα μέσα σαν οικοδεσπότης κι έφευγε χωρίς να πειράξει τίποτα. Φυσικά υπήρχαν κι οι εξαιρέσεις, όταν το σπίτι λόγου χάρη άνηκε σε κάποιον που αντιπαθούσε, και ο Δημήτρης όσους αντιπαθούσε τους θεωρούσε εχθρούς του, άρχιζε να κάνει ζημιές, ή μπέρδευε τις θέσεις των πραγμάτων, πολύ του άρεσε αυτό, να φαντάζεται τους ιδιοκτήτες να ψάχνουν τα πράγματα τους στην καθορισμένη τους θέση και να τα βρίσκουν ένας Θεός ξέρει που, ποτέ του όμως δεν είχε κλέψει, τουλάχιστον μέχρι να βρεθεί ο πατέρας του στη στενή. Η σύνταξη της γιαγιάς δεν έφτανε ούτε για τα βασικά, οπότε αναγκάστηκε να βγει στο επάγγελμα. Μάλιστα το χειμώνα που πολλά σπίτια ερήμωναν, κατοικούσε κι όλας μέσα σε αυτά, έτρωγε αν έβρισκε προμήθειες και ντυνόταν με τα ρούχα του ιδιοκτήτη, ή του γιου του. Είχε περάσει ένας μήνας που είχε φύγει η Κατερίνα κι όμως ο Δημήτρης εξακολουθούσε να την σκέφτεται έντονα, στην αρχή πίστευε ότι θα την ξεχνούσε εύκολα, ειδικά από την στιγμή που εκείνη επέστρεψε στα Ιωάννινα, οπότε δε θα είχε καμία ελπίδα να την ανταμώσει.
Βέβαια θα σκεφτεί κανείς ότι το χωριό από τα Ιωάννινα δεν ήταν μακριά, μόλις μιάμιση ώρα με το αστικό.
| Ομάδες | Τελευταίες 5 | Γκολ Υπέρ/Κατά | Τάση BTTS |
|---|---|---|---|
| Ολυμπιακός - Παναθηναϊκός | 3-1-1 | 8-4 | ΝΑΙ (4/5) |
| ΑΕΚ - Άρης | 4-1-0 | 10-2 | ΝΑΙ (3/5) |
| Ατρόμητος - Λαμία | 2-2-1 | 5-4 | ΟΧΙ (4/5) |
Αλήθεια τι εντύπωση θα της έκανε άμα τον έβλεπε μπροστά της ξαφνικά, μάλλον δε θα ήταν και πολύ ευχάριστη η έκπληξη. Κι έτσι θα περνούσαν πολλά χρόνια μέχρι να ξαναβρεθούν, κι όταν θα την ξανασυναντούσε δε θα ήταν για εκείνον παρά μια όμορφη ανάμνηση. Κι όμως κάθε μέρα που περνούσε ένιωθε πιο έντονη την επιθυμία να τη συναντήσει. Γύρισε και κοίταξε πίσω του το κλειστό σπίτι, αλήθεια πώς να ήταν μέσα, εκείνο το μεσημέρι το μόνο που μπόρεσε να ξεχωρίσει ήταν η κεντρική πόρτα κι ένα βάζο γεμάτο λουλούδια πάνω σε ένα τραπεζάκι.
-Στους μύλους, και μην πεις ότι δεν ήρθες για μένα. -Πίστευε ότι θες, δε θα κάνω τον κόπο να σε πείσω για το αντίθετο, δε με ενδιαφέρει τι σκέφτεσαι. -Κρίμα, πάντως χαίρομαι που αυτή τη φορά παραδέχεσαι ότι έρχεσαι για μένα. -Ναι, ήθελα να σου ζητήσω συγνώμη για τις προάλλες και να σε διαβεβαιώσω ότι δεν είχα σκοπό να σε πειράξω. -Αλήθεια, στ’ ορκίζομαι, θα σε άφηνα αλλά με πρόλαβες.
του απάντησε η Κατερίνα που είχε αρχίσει να το διασκεδάζει. -Δεν ξέρω με ποιο πόδι σε κλότσησα; -Δεν ξέρω με ποιο πόδι με πόνεσες; -Γιατί δεν κάνει; Απόρησε ο Δημήτρης κάνοντας την Κατερίνα να βάλει τα γέλια. -Νομίζω ότι ξεκινήσαμε λάθος, ας το κάνουμε σωστά αυτή τη φορά, Δημήτρης, είπε και της άπλωσε το χέρι. -Κατερίνα, απάντησε βάζοντας τα χέρια της στις τσέπες του παντελονιού της, και πρέπει να φύγω. -Όπως θες, είπε και κατέβασε το χέρι του με συγχωρείς τουλάχιστον; του απάντησε και ξεκίνησε, αφού απομακρύνθηκε λίγο γύρισε και τον κοίταξε, είχε καθίσει κάτω από το δέντρο και την έβλεπε να απομακρύνεται.
του φώναξε, εκείνος της έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι. Σου εύχομαι καλή τύχη στη ζωή σου. -Σ’ ευχαριστώ, αν και για να λέμε την αλήθεια δεν το πολυπιστεύω, ξεκίνησε να φύγει μα αυτή τη φορά της φώναξε ο Δημήτρης. Ο Δημήτρης ήταν πάντα του ατίθασο παιδί, είχε μεγαλώσει σχεδόν μόνος του. Ήταν πέντε ετών αυτός κι εφτά η αδερφή του, όταν η μητέρα του τους παράτησε. Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς την μπαλκονόπορτα, τη δοκίμασε, με τα κατάλληλα εργαλεία δε θα ήταν δύσκολο να υποχωρήσει. Αχ πόσο θα ήθελε να βρεθεί πίσω από αυτή την πόρτα, να δει το βασίλειο της.
τρελάθηκες αν νομίζεις ότι θα έρθω εκεί! -Όχι εμένα, είπε πονηρά, μα βλέποντας την να αγριεύει άλλαξε ύφος. Λοιπόν στ’ ορκίζομαι σ’ ό,τι αγαπώ ότι δε θα σε πειράξω, να φιλάω και σταυρό. Είπε και ενώνοντας τα δυο του δάχτυλα, έτσι που να σχηματίζουν σταυρό, τα φίλησε. -Δε λέω ψέματα, σου είπα ότι είμαι επικίνδυνος, και ήταν αλήθεια.
-Και αυτό σημαίνει ότι δε λες ψέματα; -Κατερίνα, τι κάνεις τόση ώρα στο μπαλκόνι παιδί μου; -Όχι, είπε κι ακούμπησε τα χέρια του στην αυλή. Πες μου πρώτα πότε θα σε δω; -Του χρόνου το καλοκαίρι θα είμαι φαντάρος. -Κοίτα, κατέβα εκεί κάτω και μόλις ντυθώ θα έρθω κι εγώ. -Στους γκρεμούς με στέλνεις, θέλεις να σκοτωθώ; -Ναι, αλλά δεν βλέπω το πρόβλημα, μήπως θέλεις να μου το πεις εσύ; -Καλά, εγώ θα πάω, χειμώνα καλοκαίρι εδώ μένω, ξέρω τα κατατόπια, αλλά εσύ κορίτσι πράγμα θα τα καταφέρεις ή θα μου σκοτωθείς; Ο bet stoichima podosfairoy Δημήτρης πρόλαβε να σκύψει πριν τον δει η θεία μου. -Δε με ακούς που σε φωνάζω τόση ώρα; Τι κάνεις εδώ; ρώτησε υποψιασμένη.
-Τίποτα, απλώς κοιτάζω το τοπίο και στενοχωριέμαι που φεύγουμε. Μισή ώρα μετά το Δημήτρη έφτασε η Κατερίνα στο καθορισμένο μέρος του ραντεβού. Πηδώντας τον φράχτη του κτήματος και περνώντας μια αρκετά δύσβατη περιοχή, και μάλιστα για κορίτσι μεγαλωμένο στην πόλη. Βρήκε το Δημήτρη να την περιμένει ξαπλωμένος κάτω από ένα δέντρο, έχοντας στα χείλη του ένα στάχυ. Μόλις την είδε, σηκώθηκε όρθιος, πέταξε το στάχυ και τίναξε το παντελόνι του. Όχι για να πειράξει κάτι, απλώς να ξέρει που περνάει τις ώρες της τα καλοκαίρια, έτσι περίπου θα φανταζόταν και το χώρο της, τη μόνιμη κατοικία της στα Ιωάννινα. Πήδηξε από το μπαλκόνι, έβαλε τα χέρια του στις τσέπες κι έφυγε χαμογελώντας. Σύντομα θα επέστρεφε με τα κατάλληλα εργαλεία. Δεν ανησυχούσε για τη ζημιά που θα έκανε στην πόρτα, το Σάββατο θα επισκεπτόταν το σπίτι ένας από τους θείους της, που έμενε στο διπλανό χωριό, θα διαπίστωνε τη ζημιά και θα τη διόρθωνε, κι αυτός δε θα έβρισκε το μπελά του, γιατί δε θα έλειπε τίποτα από το σπίτι, αλλά ακόμα κι αν ήθελε να τον μαλώσει, ως συνήθη ύποπτο, ας έψαχνε να τον βρει.