& καΐπ(ι) το. Πού καϊπώθηκες και δε σε βλέπω; < τουρκ. καΐπ(ι) το & καΐπωμα το: η εξαφάνιση, κρύψιμο < τουρκ. Του Νίκου του Βέλλιου …που τουν είχαμι καΐμακάνου στου μαχαλά κι ας μας ζαλίκουνει απ᾿ του προυσήλιου τ᾿ Αη-θανάση μι κέδρα κι αυτός καμάρουνει μι του νταλαμπότι [σ.σ. μάρκα τσεκουριού] < πιθ. kaymak: η αφρόκρεμα, αυτό που βγαίνει στην επιφάνεια κατά το βρασμό. Ο τέντζερης, κανονικά, έχει στόμιο μεγαλύτερο από τον πυθμένα, ενώ το αντίθετο παρατηρούμε στο κακάβι· εκτός από το κάπως στενότερο στόμιο του κακαβιού, ο τέντζερης δεν φέρει αρβάλι, τοξοειδή λαβή αλλά δύο χερούλια. : «Προίκα από χίλια πέρπερα και κακαιδού αν πάρεις, / τα χίλια παν, δεν έρχονται, κι η κακαιδού απομένει.» κακαρώνω: πεθαίνω, πέφτω του πεθαμού, τεζάρω, τα κοτσώνω. : Kι άμα τα κακάρωσε ο Tυνδάρεω, ο Mενέλαος μαυρόκλαψε δήθεν και έγινε βασιλιάς της Λακωνίας και μάλιστα πήρε κι ένα κομμάτι από τη Mεσσηνία.
| Ελληνικά | Αγγλικά | Φυσικό περιβάλλον | Περίοδος συγκομιδής |
|---|---|---|---|
| Σμέουρο | Blackberry | Θάμνοι, δάση | Ιούλιος - Σεπτέμβριος |
| Φράουλα άγρια | Wild strawberry | Δάση, λιβάδια | Μάιος - Ιούνιος |
| Βατόμουρο | Raspberry | Θάμνοι, δάση | Ιούνιος - Σεπτέμβριος |
| Κράνμπερι | Cranberry | Βάλτοι | Σεπτέμβριος - Νοέμβριος |
: κακκαρόνω: κυρίως σημαίνει αποθνήσκω έξαφνα και διά μιάς, επομένως ξηραίνομαι, ψύχομαι όπως ευρεθώ, καθώς λ.χ. οι αποθνήσκοντες εκ του ψύχους, άρα ψύχομαι, ξεπαγιάζω, ναρκούμαι, μουδιάζω, αποθνήσκω εκ του ψύχους· τα εκακκάρωσε: απέθανε· κακκάρωμα το: η πράξις του κακκαρόνειν, η ψύξις, νάρκη, νάρκωσις, μούδιασμα, θάνατος (εκ ψύξεως) < αρχ. Να μην την αντιπαρέρχεται, να μην τη «σνομπάρει» αλαζονικά, να μην αντιδρά με συμπλεγματικά «κακιώματα.» κακιώνω: θυμώνω, γίνομαι κακός με κάποιον, του κρατάω μούτρα, κακία, σκυθρωπιάζω, είμαι δυσαρεστημένος, δύσθυμος.
: «Ή παπάς παπάς ή καθάριος μυλωνάς.», «Έχε καθάριο πρόσωπο, για τους κακούς γειτόνους.», «Άπιαστος κλέφτης, καθάριος νοικοκύρης.» < αρχ. κᾰθάρειος και καθάριος, -ον (καθαρός), λέγεται για πρόσωπα, αυτός που αγαπά την καθαριότητα, καθαρός, τακτικός, κομψός, τακτικός, νοικοκυρεμένος, ηθικώς άμεμπτος. κάθαρμα το: υβριστικός χαρακτηρισμός ανθρώπου πάρα πολύ ανέντιμου ή ανήθικου· λέρα, καθίκι, τομάρι. : Οι δουλέμποροι, που ήτανε όλοι καθάρματα κι εγκληματίες και δολοφόνοι, χωρίς καμιάν ανθρωπιά, είχανε οργανώσει το εμπόριο πολύ ωραία < αρχ. κάθαρμα: μολυσμένο αντικείμενο που πετάγεται μετά τον καθαρμό, απόβλητος.
καθίκι το: το φορητό ουροδοχείο για το σπίτι· μτφ. παλιάνθρωπος, μπατάκι, κάθαρμα, λέρα, άνθρωπος κακόβουλος και δόλιος, χωρίς αρχές. Από πότε γίναμε τόσο καθίκια; Ρε ανάλγητα καθίκια, πότε ο εργαζόμενος είχε το δικαίωμα να μην πάει στη δουλειά γιατί δεν είχε όρεξη; Ηπίτ. : καθήκι & καθίκι: το εν τοις δωματίοις δοχείον προς ούρησιν, συνήθ. καθοίκιον: οικιακό αγγείο, κοινώς αγγειό και τσουκάλι < πιθ.
κάθομαι ή κατά τον Κοραή «από του αχρήστου καθέω τον άχρηστον παρακείμενον καθήκα παράγεται το καθήκιον.»· ο Μπαμπινιώτης ετυμολογεί το καθοίκι < μεσν. < cas froytakia dorean choris eggrafi καθ- (< κατα-) + -οίκι < οίκος, οπότε η λ. θα δήλωνε το ιδιαίτερο αυτό οικιακό σκεύος. καθισιά η: η μια φορά που καθόμαστε να κάνουμε κάτι· η κατσιά, βλ.λ. Έφαγε στην καθισιά του μια πιπεριά Bhut Jolokia. Δημ.: Τασιά, μωρή Τασιά, γιατί μας κάκιωσες, / μας είσαι κακιωμένη βαριά βαλαντωμένη. : Την περιέργειάν του είλκυσε / κομμάτ᾿ η Εκκλησία· να βαπτισθεί / και να περάσει Χριστιανός. Θα κάκιωνε ασφαλώς / με τους γονείς του, επιδεικτικά εθνικούς.
Είναι 400 φορές πιο καυτερή απ’ το ταμπάσκο. Πώς τρως 12.000 θερμίδες στην καθισιά! Μπορούσε να τρώει αργά το βράδυ 7 κομμάτια πίτσα στην καθισιά της. καθισιό το: κατσιό, κάτσιμο, αργία, τεμπελιά, σχόλη. : Ὁ ναύτης δὲν εἶναι πλασμένος γιὰ τὸ καθισιό.
Ζωή του εἶναι ἡ φουρτούνα, τὸ πέλαγο· θάνατός του ἡ γαλήνη. Μὴν τὸν ἀφίνεις νὰ συλλογιέται, γιατὶ τὸν ἔχασες. καθόρι το: η απότομη ξαφνική και δυνατή βροχή, με σχετικά μικρή διάρκεια, πυκνή, κάθετη βροχόπτωση, ώστε να μην βλέπεις μπροστά σου. Έριξε γερό καθόρι, πνίγηκε ο τόπος < πιθ. καθούμενος -η -ο: αυτός που κάθεται, είναι σε αργία· καθούμενα τα: χρήματα στην άκρη, οικονομίες, αποταμιεύσεις. Δημ.: Το πουλί μου, το πουλί μου, κακιωμένο είναι μαζί μου. : Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει, / μα αν τύχει και κακιώσει, μες το χιόνι θα μας χώσει.», πβ. «Το δανεικό του γείτονα και κάκια μην του έχεις.» Βλ.
Τον χτύπησε στα καλά καθούμενα: εκεί που δεν το περίμενε, αναπάντεχα, ενώ όλα ήταν καλά, εντάξει. : «Άδειος και καθούμενος., τα ‘σπαζε και τα ‘ραβε.» : …έβλεπες τους καϊάδες απότομους, που αν ζύγωνες κάτω στα ποδάρια τους φοβόσουν και σε πιανόταν ο σβέρκος να τηράς τις κορφές τους. Καϊλάρια τα: η Πτολεμαίδα Κοζάνης, αλλιώς Καρατζόβα, όπως λεγόταν επί οθωμανικής κυριαρχίας. : …εξαιρετικώς λοιπόν στην επαρχία της Κοζάνης έμελλε να διεξαχθεί πάλη πεισματώδης, αφού οι άλλες επαρχίες, εκτός από τα Καϊλάρια, υπερείχαν αρκούντως κατά το χριστιανικό στοιχείο. Τα καϊπώνει όλα στο υπόγειο < Βλ. & μπάκακας ο. κακοζώητος -η -ο: αυτός που έχει ζήσει δύσκολη, κακή ζωή, κακοζωισμένος. καλοκαρδίζω· φοβάται ότι θα κακοκαρδίσει τον φίλο του. κακοπέφτω: πέφτω σε κακό, σε ατυχία, μπλέκω άσχημα. : Ήμουν ο πρώτος να πούμε, κι είχα κακοπέσει με την παντρειά που είχα πάρει αυτήν την ελεεινή. κακορίζικος ο: άνθρωπος με κακό ριζικό, κακομοίρης, δυστυχισμένος, κακότυχος, κακοφτιαγμένος, ιδιότροπος.
: Γκρεμίσου, κακορίζικε, μεμιὰς ἀπ᾿ τὸ νησί μου· / καλὸ δὲν τό ᾿χω νὰ δεχτῶ καὶ νὰ ξεπροβοδώσω / cas casino mponoys choris katathesi ἄνθρωπο ποὺ οἱ μακαριστοὶ θεοὶ τὸν κατατρέχουν. – Βρήκε λοιπόν η κακορίζικη ζούλια των Εθνικών προστάτη και σύμμαχό της την πιο κακορίζικη πολιτική των Ρωμαίων, κι άναψε αμέσως η φοβερή η φωτιά, άρχισαν οι μεγάλοι κατατρεγμοί. : «Ο Θεός του κακορίζικου, κακή βουλή του δίνει.», «Όταν ξυπνούν οι καλορίζικοι, δειπνούν οι κακορίζικοι.», «Στο κακορίζικο χωριό τον Αλωνάρη βρέχει.» : « Είδες δόξα (: ουράνιο τόξο) την αυγή, κακοσύνη το βραδύ, είδες δόξα το βραδύ, καλοσύνη την αυγή.» κακοτοπιά η: κακός, δύσβατος, επικίνδυνος, επισφαλής τόπος, μέρος, κατάσταση που κρύβει κινδύνους. : …φεύγοντας τις κακοτοπιές του μεγάλου ποταμού κατέβηκαν να ζητήσουν θέση στα βυζαντινά εδάφη. αυτός που δεν τρώει όλα τα φαγητά, είναι πολύ επιλεκτικός. : κάκω η: ούτω καλούσιν οι αστοί την γραίαν χωρικήν. : …κάμποσοι διαβάτες είχαν σταθεί και κοίταζαν με κάκητα τον πλούσιο πραματευτή καί τον κουρελιάρη γιο του. κακομοίρης ο & κακομοίρα η: χαρακτηρισμός που τον χρησιμοποιούμε όταν αναφερόμαστε σε κπ. που έπαθε κάποια ατυχία ή που αντιμετωπίζει κάποια δυσκολία και για να εκφράσουμε τη συμπάθειά μας, κυρίως ` με επανάληψη του άρθρου πριν από το ουσιαστικό (Τριαντ.) Παρ. : Κ᾿ έπειτα παρουσιάσθηκε σαν κακομοίρης / και σαν πτωχάνθρωπος στην Σύγκλητο, / έτσι με πιο αποτέλεσμα να ζητιανέψει < μσν. κακομοίρης < κακο- + μοίρ(α) -ης· κακομοίρ(ης) -ούλης. κακοσταύρωμα το: η κακή, ατυχής συνάντηση με κάποιον. : Βαστάει εικόνα και / ζαχαροκάντιο ζυμωτή / χαρτί και καλαμάρι / δες και με το παληκάρι, (Αρχιμηνιά και αρχιχρονιά, παραδοσιακά κάλαντα). : «Δώδεκα κοτζαμπάσηδες, δεκατρία καλαμάρια.» Δημ.: Ποιός είναι αυτός που τραγουδεί τώρα το βράδυ βράδυ / που ξύπνησε τα εννιά χωριά τα δέκα βιλαέτια / που ξύπνησε μιά καλογριά μέσα από το κελί της / που βάσταζε στα χέρια της χαρτί και καλαμάρι καλαμάρι (από το μαύρο υγρό που αφήνει και από την ομοιότητα του σχήματος με τα παλιά μελανοδοχεία) < μσν.
| Ελληνά | γλικά | Γενική γεύση | Γλυκότη (1-10) | Οξτητα (1-10) |
|---|---|---|---|---|
| Φράολα | Strawberry | Γλυ ε ελαρι τητ | 8 | 3 |
| Λόν | Lemon | ντα ξν | 1 | 10 |
| παάνα | Banana | Πούσα α γκά | 9 | 1 |
| Γκρέιπφρουτ | Grapefruit | Πικρή-ξινή | 4 | 8 |
| Σταφύλι | Grape | Γλυκό, ζουμερό | 9 | 2 |
καλαμίδι το: χτύπημα, κλωτσιά στο καλάμι του ποδιού· φλογέρα, σουραύλι του βοσκού· εργαλείο των ψαράδων, αποτελείται από ένα μακρύ, συνήθως καλαμένιο ραβδί, από τη μία άκρη του οποίου κρέμεται η ορμιά με ένα ή πολλά αγκίστρια· εξάρτημα του αργαλειού. καλαμπαλίκι το: γλέντι, γιορτή, φασαρία, οχλαγωγία· πλήθος από αντικείμενα που είναι σκόρπια εδώ και εκεί ή πολλές μικροαποσκευές (Τριαντ. Σκουζές: -Έλα μαζί μου, μου λέγει, θα φορτώσω λεμόνι διά Σμύρνην. Πού τα έχεις τα καλαμπαλίκια σου; μου λέγει.
| Ελληνικά | Αγγλικά | Είδος πυρήνα | Περίοδος ωρίμανσης |
|---|---|---|---|
| Βερίκοκο | Apricot | Κόκκαλο | Ιούνιος - Ιούλιος |
| Δαμάσκηνο | Plum | Κόκκαλο | Ιούνιος - Σεπτέμβριος |
| Νεκταρίνα | Nectarine | Κόκκαλο | Ιούλιος - Αύγουστος |
| Ακτινίδιο | Kiwi fruit | Μικροί σπόροι | Φθινόπωρο |
Eγώ του είπα: -ιδού εγώ και τα καλαμπαλίτζια μου.
Ανέλαβε τις ευθύνες του… εν μέρει ο Γεωργιάδης μετά το μεγάλο κάζο Βλ. & κάζο το. καζούρα η: πειράγματα και φάρσες που αποσκοπούν στη γελοιοποίηση ενός προσώπου και που γίνονται ομαδικά και με πολύ θορυβώδη τρόπο (Τριαντ.) γελοιοποίηση, κράξιμο, κοροϊδία. : Όταν έφυγε με τα χέρια αδειανά, ο λαός του ᾿κανε καζούρα στο δρόμο. Κι οι πολιτοφύλακες μαζευτήκανε έξω από το Παρλαμέντο να το προστατεύσουνε.
: Ο δημοκρατικός χαυνοπολίτης ή δημοπίθηκος καταπίνει μεγάλες ποσότητες καζουιστικής από τα χείλη θεσμισμένων προσώπων με αποτέλεσμα να συγχέει τη ρητορική πειθώ με την καζούρα < πιθ. καθάριος -ια -ιο: καθαρός, ανόθευτος, αγνός, γνήσιος, ατόφιος. : καθάριο ψωμί: ο σίτινος απηνθισμένος άρτος και παν το αμιγές. : ειλικρινώς· «Σ᾿ αγαπώ καθάρια.» Λ.χ. Καθάριο ψωμί: με άσπρο αλεύρι, «καλό ψωμί.» Εδώ, οι μπάσοι μπορούσανε να ανοιχτούνε με την συνοδεία κιθάρας και να σιγουρέψουνε τους τενόρους με την καθάρια φωνή.
: …ήτον μελαψότερος, δυνατός, ογλήγορος, με ένα καθάριο άτι δεν τον έπιανες. : Ο γέρων, αρτίως ξυραφισθείς, με τον μύστακα στριμμένον, με την βράκαν κοντήν, με υψηλά υποδήματα, με την ποδιάν καθάριον, ητοιμάζετο, φαίνεται, να κλείσει. Βαλ..: Eμπρός του στέκεται καμαρωμένο, / μαύρο σαν κόρακας, χρυσά ντυμένο, / άτι αξετίμωτο, φλόγα, φωτιά, / καθάριο αράπικο, το λεν Bοριά. : Τότες όμως η μανία του «λόγου» ζούσε ακόμα άδολη και καθάρια στις νερουλιασμένες εκείνες ψυχές. Τόσο καθάρια, που κι αν μερικοί τον κατάκριναν την πρώτη μέρα, τη δεύτερη όμως θέλοντας και μη τον αγαπούσαν, και την τρίτην πια τονέ θάμαζαν. : καλαμπαλίκι το: το πλήθος και εν γένει η συσσώρευσις, η σύγχυσις, θόρυβος, ταραχή, αι αποσκευαί και μτφ. : «Καλαμπαλίκι στο χάνι, νερό στα φασούλια.» Βαμβ. : Στο γάμο μάγκα να `σουνα / να δεις καλαμπαλίκι / σαν να `μουνα υπόδικος / και περιμένω δίκη < τουρκ. καλαμώνας ο: μέρος που φυτρώνουν πολλά καλάμια, καλαμιές. : Αλλ᾿ όπισθεν των καλαμώνων, επί της αντιπέραν όχθης, ήμισυ μίλιον μακράν, ήτο χωμένος από δύο ωρών, αφανής, ο παιδικός φίλος σου, ο Χριστοδουλής < μσν. καλάι το: καθαρός κασσίτερος που χρησιμοποιείται για το γάνωμα χάλκινων σκευών· μείγμα κασσίτερου και μολύβδου, που χρησιμεύει ως συγκολλητικό μετάλλων (Τριαντ.) Πάλλ. : Και πήρε την πλουμόφτιαστη κορμοσκεπάστρα ασπίδα, / ώρια άσπαστη, π᾿ ολόγυρα θενάχε ως κύκλους δέκα / χαλκένιους, κι είκοσι καρφιά από καλάϊ σπαρμένα (καλήν, ἣν πέρι μὲν κύκλοι δέκα χάλκεοι ἦσαν, / ἐν δέ οἱ ὀμφαλοὶ ἦσαν ἐείκοσι κασσιτέροιο – Όμηρος) < τουρκ. καλαϊτζής ο: τεχνίτης που δουλεύει το καλάι, τον λευκοσίδηρο, γανωτής, λευκοσιδηρουργός < Βλ.
& καλάι το.