κάμωμα, το(ν) βλέπει/χτυπά(ει) ο ήλιος βλ. ήλιος ● βλ. ιδωμένος [< αρχ. ευρεθείς, -είσα, -έν), βρεθώ, βρεθεί, βρισκ-όμενος} 1. είμαι σε ορισμένο χώρο, θέση, τοποθεσία: Χαίρομαι που ~ ανάμεσά σας/(σήμερα) εδώ! Θεατές/φίλαθλοι που ~ονται στις εξέδρες του γηπέδου. Το χωριό ~εται στα βόρεια του νησιού/σε υψόμετρο … μέτρων/… χιλιόμετρα από την πόλη. Πάτησε το κουμπί που ~εται δεξιά σου! Πού ~ονται τα κλειδιά μου; 2. είμαι σε συγκεκριμένη κατάσταση: ~εται ακόμα στην αρχή/διαρκώς σε κίνηση/ξαπλωμένος στο κρεβάτι/σε ετοιμότητα/σε κατ’ οίκον περιορισμό/στα όριά του. Οι αστυνομικοί ~ονται στα χνάρια των ληστών. Η συσκευή δεν ~εται σε λειτουργία (= δεν λειτουργεί).
| Ελληνική ονομασία | Αγγλική ονομασία | Προφορά (κατά προσέγγιση) | Σημείωση ορθογραφίας |
|---|---|---|---|
| Φράουλα | Strawberry | Στρώ-μπέ-ρι | Δεν σχετίζεται με το "straw" |
| Καρπούζι | Watermelon | Γουό-τερ-μέ-λον | Σύνθετη λέξη: water + melon |
| Ακτινίδιο | Kiwi(fruit) | Κί-ουι | Πήρε το όνομα από το πουλί της Νέας Ζηλανδίας |
| Μπανάνα | Banana | Μπα-να-να | Παρόμοια σε πολλές γλώσσες |
| Γκρέιπφρουτ | Grapefruit | Γκρέιπ-φρουτ | Σύνθετη λέξη: grape + fruit |
}: κατέληξα, κατάντησα: ~ χωρίς σπίτι και δουλειά., βρέθηκε {σπάν. στον ενεστ.} 1. εντοπίστηκε, ανακαλύφθηκε: ~ νεκρός/σώος/θετικός σε έλεγχο ντόπινγκ.
λέω, βλέπει το δέντρο και χάνει το δάσος βλ. δέντρο, βλέπει το φως/έρχεται στο φως της δημοσιότητας βλ. δημοσιότητα, βλέπει/κοιτάζει τα ραδίκια/τα κυπαρίσσια ανάποδα βλ. ανάποδα, βλέπω Θεού/Κυρίου πρόσωπο βλ. πρόσωπο, βλέπω το ποτήρι μισοάδειο/το ποτήρι είναι μισοάδειο βλ.
ποτήρι, βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο/το ποτήρι είναι μισογεμάτο βλ. μισογεμάτος, βλέπω φαντάσματα βλ. φάντασμα, βλέπω/αντιμετωπίζω/παίρνω την κατάσταση/τα πράγματα όπως είναι βλ. πράγμα, βλέπω/καταλαβαίνω τη γλύκα βλ. γλύκα, βλέπω/κοιτάζω την καμπούρα κάποιου βλ.
καμπούρα, βλέπω/κοιτάζω/προχωρώ μπροστά βλ. μπροστά, βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι βλ. μάτι, δεν βλέπει πέρα από τη μύτη του βλ. μύτη, δεν βλέπω (ούτε) τη μύτη μου βλ. μύτη, δεν βλέπω μπροστά μου/δεν σε βλέπω από την πείνα βλ. Πού θα βρεθούν τόσα λεφτά; Πρέπει να βρεθεί επειγόντως μια λύση. (σε διαγώνισμα:) Να βρεθεί η εξίσωση .. 2. (στον δημοσιογραφικό λόγο) αποδείχτηκε ότι είναι, κρίθηκε: ~ αθώος/ένοχος/κατηγορούμενος/προφυλακιστέος. 3. απέκτησε· εμφανίστηκε, παρουσιάστηκε: ~ ξαφνικά με ηγετικό ρόλο στην κυβέρνηση. Δεν ~ κανένας να μας δώσει μια απάντηση. 4. συμπαραστάθηκε: Κανείς δεν του ~ (= στάθηκε) στα δύσκολα., βρίσκεται: έγκειται, εντοπίζεται: Το πρόβλημα ~ (= οφείλεται) στην έλλειψη χρημάτων. ~ στη διακριτική του ευχέρεια να .. (= είναι, εναπόκειται, εξαρτάται από). ): έχεις μαζί σου;: Μήπως (κατά τύχη) ~ ~ κανένα χαρτομάντιλο (= κρατάς);, βρίσκομαι (με κάποιον) (οικ. -Πού θα βρεθούμε;, σε δουλειά να βρισκόμαστε (προφ. ): για κάτι που δεν είναι αναγκαίο να γίνει, αλλά αποτελεί περιττή απασχόληση. δουλειά δεν είχαμε, δουλειά βρήκαμε., (βρίσκομαι/είμαι/φτάνω) στα πρόθυρα βλ. πρόθυρα, αλλού/εδώ πατώ κι αλλού βρίσκομαι βλ. αλλού, βαδίζω/βρίσκομαι/πατώ (πάνω) σε τεντωμένο σκοινί βλ. σχοινί, βγαίνει/βρίσκεται/εμφανίζεται/έρχεται στο προσκήνιο βλ. προσκήνιο, βγαίνω/κατεβαίνω/βρίσκομαι/είμαι στους δρόμους βλ. δρόμος, βρέθηκε στο(ν) δρόμο βλ. δρόμος, βρέθηκε/έμεινε στον άσο βλ. άσος, βρίσκεται/είναι/μπαίνει στο συρτάρι βλ. συρτάρι, βρίσκομαι προ εκπλήξεων/εκπλήξεως βλ. έκπληξη, βρίσκομαι στην ανάγκη βλ. ανάγκη, βρίσκομαι/είμαι στο στοιχείο μου βλ. στοιχείο, βρίσκομαι/πετώ στα σύννεφα/στα ουράνια βλ. σύννεφο, είμαι/βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να .. βλ. ευχάριστος, έρχομαι/είμαι/βρίσκομαι σε επαφή (με κάποιον/κάτι) βλ. επαφή, έρχομαι/πέφτω/βρίσκομαι μούρη με μούρη με κάποιον βλ. μούρη, όπου (κι αν) σταθώ κι όπου (κι αν) βρεθώ βλ. στέκομαι [< μεσν. βρόμικος, η, ο βρό-μι-κος επίθ. & βρώμικος 1. που χαρακτηρίζεται από βρομιά, έλλειψη καθαριότητας και συνήθ. ~α: νύχια/πόδια (βλ. βρομοπόδαρα)/ρούχα (= λερωμένα)/χέρια. (μτφ.-προφ.) ύποπτος, ανήθικος, πρόστυχος: ~ος: πόλεμος/πολιτικός/χαρακτηρισμός. ~ες: ιστορίες/κουβέντες (= βρομοκουβέντες)/λέξεις (= χυδαίες, πβ. : βρόμικο (το) (αργκό): χοτ ντογκ, σάντουιτς ή σουβλάκι από υπαίθρια καντίνα. βρομοδουλειά 1. για κάθε δύσκολη, απαιτητική ή επίπονη εργασία, που θεωρείται υποδεέστερη: Ανέλαβε/έβγαλε όλη τη ~ ~. dirty work] , βρόμικες χιονόμπαλες βλ. χιονόμπαλα, βρόμικη βόμβα βλ. βόμβα, βρόμικο/μαύρο χρήμα βλ. χρήμα αμτβ.) {γούσταρ-α κ.
πιστεύω, όποιος πρόλαβε, τον Κύριον είδε βλ. προλαβαίνω, παίρνω (στα) ζεστά/βλέπω ζεστά κάτι βλ. ζεστός, παίρνω/βλέπω κάτι στραβά βλ. στραβός, στάσου/περίμενε/κάτσε και θα δεις! βλ. γουστάρ-ιζα, γουστάρ-ισα, -οντας} & (σπάν.) γουστέρνω (λαϊκό): μου προκαλεί ευχαρίστηση, μου αρέσει: ~ τα ταξίδια. Δεν ~ να μου λες τι να κάνω/να τον βλέπω. Κάνει ό,τι (του) ~ει (= ό,τι του κάνει κέφι, ό,τι του καπνίσει). αργκό) -Λέμε να πάμε για καφέ, θα έρθεις; -Δεν ~.
| Ελληνικά | Αγγλικά | Συχνή σύγχυση με | Κύρια διαφορά |
|---|---|---|---|
| Αχλάδι | Pear | Μήλο | Σχήμα, υφή πιο μαλακή |
| Φιστίκι Αιγύπτου | Peanut | Ξηροί καρποί | Είναι όσπριο, όχι ξηρός καρπός |
| Μπρόκολο | Broccoli | Αγγούρι (λόγω ήχου) | Είναι λαχανικό, όχι φρούτο |
| Ρόδι | Pomegranate | Μήλο (λόγω αρχαίας ονομασίας) | Εσωτερικά κόκκινοι σπόροι |
(για πρόσ.) Δεν τον ~ καθόλου (= δεν τον πάω). : (ως κατηγορηματική δήλωση) είτε σου αρέσει είτε όχι: Εγώ πάντως θα πάω κι ~ ~!, έτσι γουστάρω/έτσι μου γουστάρει (προφ. ): για να δηλώσει κάποιος ρητά πως θα κάνει αυτό που θέλει: Εγώ ~ ~ και σ' όποιον αρέσει! Φεύγω, επειδή ~ ~!, ό,τι γουστάρεις κι αγαπάς! ): ό,τι θες, ό,τι σου αρέσει: Κάνε ~ ~! (ουδ.) {δείγμ-ατος -ατα, -άτων} 1. μικρό μέρος ενός συνόλου που δίνει αντιπροσωπευτική εικόνα του: (επιστ.) εργαστηριακό/κλινικό ~.
στέκομαι, στον ύπνο σου το είδες/έβλεπες/'βλεπες; βλ. ύπνος, τα είδα όλα κωλυόμενα βλ. κωλύω, τη βλέπω τη δουλειά βλ. δουλειά, την/το είδε αλλιώς βλ. αλλιώς, της νύχτας τα καμώματα/τα καμώματα της νύχτας τα βλέπει η μέρα και γελά βλ. ~ δωρεάν (: για μικρή ποσότητα προϊόντος που προσφέρεται για διαφημιστικούς λόγους). στον εν.} ένδειξη, σημάδι: ~ αδιαφορίας/ευγνωμοσύνης/καλής θέλησης/κοινωνικής ευαισθησίας/παρακμής. που λαμβάνεται τυχαία από το υπό εξέταση πλήθος μιας στατιστικής έρευνας. representative sample, 1979] , δείγμα γραφής: απόσπασμα γραπτού λόγου που επιτρέπει την αξιολόγησή του· (συνήθ. κατ' επέκτ.) τεκμήριο χαρακτήρα, συμπεριφοράς, ικανοτήτων: ~ ~ από το νέο βιβλίο. Η συνέντευξή του αποτελεί ~ ~ ενός ανθρώπου με ισχυρή προσωπικότητα. ): για δήλωση της έλλειψης ενός πράγματος: Λεφτά δεν υπάρχουν ~ ~. διπλο- & διπλό-& διπλ-: α' συνθετικό λέξεων που δηλώνει 1. επανάληψη ή διπλασιασμό: διπλο-βάρδια. συνυποδ.) Διπλο-θεσίτης (βλ. πολυ-)/~κράτηση/~παρκάρισμα/~συνταξιούχος/~ψηφία. ): λόγιος τύπος, αντί της πρόθεσης "σε", κυρ. σε παγιωμένες εκφράσεις για δήλωση κίνησης, τρόπου, ποσού, σκοπού, ευχής: άλμα ~ μήκος/ύψος. : είμαι σε θέση να .. βλ. θέση, εις επήκοον όλων βλ. επήκοος, εις μάτην βλ. μάτην, εις τας αιωνίους μονάς/στις αιώνιες μονές βλ. μονή, εις τας/περί τας/στας δυσμάς του βίου βλ. δυσμαί, εις τόπον χλοερόν/εν τόπω χλοερώ βλ. τόπος, εις τριπλούν βλ. τριπλούν, εις χείρας βλ. χειρ, εις/προς/σε επίρρωση βλ. επίρρωση, έρχομαι εις γάμου κοινωνία(ν) βλ. γάμος, ες αεί βλ. αεί, ες αύριον τα σπουδαία βλ. αύριο, σε/εις ανάμνηση βλ. ανάμνηση, σε/ως ένδειξη βλ.
ένδειξη [< αρχ. ελεημοσύνη[ἐλεημοσύνη] ε-λε-η-μο-σύ-νη ουσ.
voir tout en rose] , τα βλέπω διπλά (προφ. ): δεν διακρίνω κάποιον ή κάτι καθαρά, κυρ. λόγω μέθης., τα βλέπω σκούρα/(όλα) μαύρα/ζόρικα (μτφ.-προφ. (προφ.) 1. εντυπωσιάστηκα, έμεινα έκπληκτος (ευχάριστα ή δυσάρεστα).
είδα τον Χριστό φαντάρο!, τα χρειάστηκα, τα έχω δει όλα (αργκό): έχω περάσει πολλά, έχουν δει πολλά τα μάτια μου: ~ ~ σ' αυτή τη δουλειά., την έχει δει (κάπως) (αργκό): θεωρεί τον εαυτό του κάτι σπουδαίο: Την cas kazino royagial έχει δει αρχηγός/ντίβα., τι (είν' αυτό που) βλέπω/βλέπουν τα ματάκια μου! ): δηλωτικό ευχάριστης ή δυσάρεστης έκπληξης., τι έχουν να δουν/τι άλλο θα δουν τα μάτια/τα ματάκια μας & τι έχουμε να/τι άλλο θα δούμε (ακόμα) (προφ. αρνητικά, έχουμε ακόμη να ζήσουμε: Ένας Θεός ξέρει ~ ~!, τον βλέπει σαν μύγα/κουνούπι: του φέρεται υπεροπτικά, τον περιφρονεί. αφ' υψηλού., (αυτό) πού το είδες (γραμμένο); βλ. γραμμένος, (αυτό) το έργο το έχω δει/ξαναδεί βλ.
έργο, (βλέπε παραπάνω) βλ. παραπάνω, (βλέπω/κάνω) χαΐρι και προκοπή βλ. προκοπή, (βλέπω/κοιτώ κάποιον/κάτι) με μισό/στραβό μάτι βλ. μάτι, ακόμη δεν τον είδαμε (και) Γιάννη τον βαφτίσαμε/τον εβγάλαμε βλ. Γιάννης, άλλο να στο λέω, κι άλλο να τ' ακούς/να το βλέπεις βλ. (θηλ.) 1. υλική βοήθεια που προσφέρεται σε όσους έχουν ανάγκη· κάθε οικονομική παροχή: Δίνω/κάνω ~/~ες (= ελεώ). Έχει απλωμένο το χέρι/ικετεύει/παρακαλά για ~. Με ψίχουλα και ~ες δεν διορθώνεται η κατάσταση. 2. έκφραση αγάπης, συμπόνιας και συμπαράστασης σε άπορους και γενικότ. (αρσ.) {εργένηδες} , εργένισσα (η): πρόσωπο που, ενώ βρίσκεται σε ηλικία γάμου, δεν έχει παντρευτεί και ζει μόνο του: αθεράπευτος/αμετανόητος/ορκισμένος/περιζήτητος/φανατικός ~. ερυθρός, ή/(λόγ.) ά, ό [ἐρυθρός] ε-ρυ-θρός επίθ. Ε) ~ά: Θάλασσα (: στενή λωρίδα θάλασσας μεταξύ της Αραβικής χερσονήσου και της ΒΑ Αφρικής). ΕΣ): διεθνής ανθρωπιστική οργάνωση που έχει ως κύριο στόχο τη φροντίδα των τραυματιών πολέμου, την περίθαλψη των ασθενών και των πληγέντων από φυσικές καταστροφές: Διεθνής/Ελληνικός (ακρ. Red Cross, 1863] , Ερυθρά Ημισέληνος βλ. ημισέληνος, κόκκινη λάσπη βλ. λάσπη, Κόκκινος Στρατός βλ. κόκκινος, κόκκινος/ερυθρός γίγαντας βλ. γίγαντας [< αρχ.
(θηλ.) 1. η ιδιότητα που διακρίνει τα έμβια από τα μη έμβια όντα, όπως εκδηλώνεται στις λειτουργίες του μεταβολισμού, της ανάπτυξης, της αναπαραγωγής και κατ' επέκτ.
Διακινδύνευσε τη ~ του, για να με σώσει. Μας φυγάδευσε με κίνδυνο της ~ής του. Έχασαν/θυσίασαν τη ~ τους για την ελευθερία. Νίκησαν, αλλά με τίμημα τη ~ χιλιάδων μαχητών. Μία σφαίρα του αφαίρεσε/πήρε τη ~ (= τον σκότωσε). (απειλητ.) Τα λεφτά σου ή τη ~ σου!
πείνα, δεν έχω μάτια να δω βλ. μάτι, δεν θέλω να ξαναδώ κάποιον (στα μάτια μου/μπροστά μου)/δεν θέλω ούτε να ξέρω/να βλέπω κάποιον βλ. θέλω, είδα (κι) απόειδα βλ. απόειδα, είδα τον ουρανό/μου ήρθε/μου 'ρθε ο ουρανός σφοντύλι βλ. ουρανός, είδα τον χάρο με τα μάτια μου βλ.
χάρος, είδα τον Χριστό φαντάρο! βλ. Χριστός, είδε το φως της (η)μέρας/του ήλιου βλ. φως, ήλθε, είδε και απήλθε βλ. απέρχομαι, κάνε παιδιά να δεις καλό/χαΐρι βλ.
παιδί, κοίτα/δες/άκου ποιος μιλάει! βλ. κοιτάζω, μάτια που δεν βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται βλ. μάτι, μην τον είδατε, μην τον απαντήσατε βλ. απαντώ, να το δω και να μην το πιστέψω βλ. Ο ερχομός του έδωσε νόημα στη ~ μου. (μτφ.) Ο σχεδιαστής έδωσε ~ σε χαρακτήρες κινουμένων σχεδίων. (συνεκδ.) τα έμβια όντα ως σύνολο: θαλάσσια ~.
| Ελληνικά | Αγγλικά | Υφή | Γεύση |
|---|---|---|---|
| Μάνγκο | Mango | Χυμού, ίνες | Γλυκό, τροπικό |
| Ανάνα | Pineapple | Ινώδες, χυμού | Γλυκόξινη |
| Παπάγια | Papaya | Μαλακό, κρεμώδες | Ηπιό, γλυκό |
| Γκουάβα | Guava | Σφιχτό με σπόρους | Γλυκό, μοσχοβολημένο |
| Κοκοφοίνικας | Coconut | Σκληρό (τραγός)/υγρό (γάλα) | Αλμυρόγλυκό |
Υπάρχει ~ σε άλλους πλανήτες; 3. η περίοδος από τη γέννηση (ή από άλλο χρονικό σημείο) ως τον θάνατο (ή ως μια συγκεκριμένη στιγμή της ζωής) και ειδικότ. τα γεγονότα που έχει ζήσει κάποιος, ο βίος του: διάρκεια/μέσος όρος ~ής. Στα πρώτα βήματα της ~ής (= στα παιδικά χρόνια).